Get Adobe Flash player

Αρχείο μηνός Σεπτεμβρίου 2011


Ο αξέχαστος Μίμης Φωτόπουλος πριν γίνει ο σοφός «μάγκας» ηθοποιός που γνωρίσαμε οι νεότεροι κυρίως απ’ τον ελληνικό κινηματογράφο μαθητής δημοτικού ακόμα έπαιζε θέατρο σκιών με αυτοσχέδιες φιγούρες μπροστά στο αθώο κοινό της οικογένειας του και το μικρόκοσμο της γειτονιάς του στην Αθήνα του ’20 που είχε ακόμα πηγάδια με μαγικές ιδιότητες στις πολυάριθμες αυλές της. Στη μνήμη του καταγράφεται έντονα η αίσθηση της ψυχαγωγίας του βωβού κινηματογράφου και πιο σπάνια κάποιες παραστάσεις μουσικού θεάτρου σε ειδικές περιστάσεις. Στη δραματική σχολή του Βασιλικού θεάτρου όπου μπαίνει απαγγέλλοντας στίχους απ’ τον «Προμηθέα δεσμώτη» απογοητεύεται νωρίς και φεύγει πηγαίνοντας στη δραματική σχολή του Κουνελάκη παίρνοντας μαζί του το προσωνύμιο «γέρος» λόγω της ιδιαίτερης μπάσας φωνής του.

Εκεί παίζει ρόλους υπηρέτη ή λαντζιέρη στο θεατράκι «Ατλαντίς» των Εξαρχείων κερδίζοντας τις πρώτες συμπάθειες μερικών κριτικών ενώ το 1934 κάνει την πρώτη του περιοδεία με το θίασο «Δράματος, κωμωδίας, κωμειδυλίου και επιθεωρήσεως» του Θεμιστοκλή Νέζερ, ως αντιγραφέας και πέμπτος κατά σειρά κωμικός στην αυστηρή ιεραρχία που επικρατούσε τότε στα θέατρα. Ακολουθεί η περίοδος που ο ηθοποιός περιφέρεται στην ελληνική επαρχία με θιάσους μπουλουκιών με πενιχρά μεροκάματα ήδη περιζήτητος στους χώρους αυτούς αποκτώντας μια πολύτιμη πείρα σκηνής και ζωής. Το 1945 μάλιστα εκδίδει μια σειρά ποιημάτων με τίτλο «Τα μπουλούκια». Το 1939 παίζει στο «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ με τον θεατρικό όμιλο του πρωτοεμφανιζόμενου Κάρολου Κουν νιώθοντας, όπως λέει ο ίδιος, για πρώτη φορά ότι παίζει θέατρο. Συνεχίζει δυναμικά την πορεία του στο «Ρεξ», το σημαντικότερο θέατρο της εποχής με το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη μαθαίνοντας σε τρεις μέρες ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο, αντικαθιστώντας το Βασίλη Λογοθετίδη που αρρώστησε σ’ένα αμερικάνικο έργο και εισπράττει την ύπουλη πολεμική των συναδέλφων του πάνω στη σκηνή, ενώ λίγοι κριτικοί αναγνωρίζουν το ταλέντο του.

Λίγο πριν τον πόλεμο του ’40 σε ηλικία είκοσι έξι χρονών ξαναρχίζει η περιπλάνηση του σε μικρούς θιάσους, και μετά κάνει ένα σύντομο πέρασμα απ’το χώρο του βαριετέ και το περίφημο θέατρο της Κατερίνας συμμετέχοντας σε πολεμικές επιθεωρήσεις και μουσικές ηθογραφίες. Το 1941 σχηματίζεται περιστασιακά ένας θίασος φίλων όπου ο Φωτόπουλος παίζει σε πενήντα δύο έργα όλων των θεατρικών ειδών, στον κινηματογράφο «Νανά» της λεωφόρου Βουλιαγμένης που το βρίσκουμε και σήμερα περίπου στην ίδια θέση ως σύγχρονο cinemax. Την επόμενη χρονιά, στο θίασο Μακέδου, παίζει ένα λαϊκό τύπο γέρου που αναστατώνει ένα καμπαρέ σε μια οπερέτα. Είναι αξιοσημείωτο για την γκάμα του ηθοποιού η συμμετοχή του ακόμα και σε όπερα μ’ένα βουβό ρόλο. Το βρίσκουμε ακόμα και σ’ένα κουκλοθέατρο, όπου μιμείται τη φωνή ενός θηρίου. Στα δύσκολα χρόνια της κατοχής σαν ακροβάτης σε τεντωμένο σχοινί, αφού τραγούδησε ντυμένος γυναίκα σε βαριετέ, μεταπηδάει στο θίασο Αργυρόπουλου παίζοντας το ρόλο του Ασλάκσιν στον «Εχθρό του λαού» του Ερρίκου Ίψεν.

Μετά το τέλος του πολέμου και τη βασανιστική αιχμαλωσία του σε στρατόπεδο της Αιγύπτου λόγω των προοδευτικών και αντιστασιακών ιδεών του, επιστρέφει στην Αθήνα και στο θίασο του Κουν κάνοντας επιτυχημένες παρουσίες, ξανά στον «Βυσσινόκηπο» του Τσέχοφ αλλά και στα «Παντρολογήματα» του Ν. Γκόγκολ, προκαλώντας θετικά τον Θράσο Καστανάκη, κριτικό της εποχής να παροτρύνει τους θιασάρχες να τον προσέξουν για τα πλούσια εκφραστικά του μέσα και την κατανόηση του ρόλου. Η δίκαιη αναγνώριση στο θέατρο έρχεται για τον ηθοποιό το καλοκαίρι του 1948 αφού είχε κάνει και το ντεμπούτο του στο σινεμά σ’ένα μικρό ρόλο στο φιλμ «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» σε σενάριο-σκηνοθεσία του Αλέκου Σακελλάριου με το νούμερο που κάνει στην επιθεώρηση « Άνθρωποι-άνθρωποι» των Σακελλάριου-Γιαννακόπουλου πλάι στον Ορέστη Μακρή, Μαυρέα, Τσαγανέα, Ηλιόπουλο, Σπεράντζα Βρανά και άλλους.

Το νούμερο του τελείωνε με την ατάκα «Και μετά πια θα κάαθεσαι», που έμεινε παροιμιώδης μέχρι σήμερα, σαν αποτέλεσμα της καταξίωσης του ως ένας λόγιος αλλά βαθιά λαϊκός ηθοποιός, με υποκριτικό σήμα αναγνωρίσιμο από το πλατύ κοινό μετά από δεκαπέντε χρόνια σκληρού και επίμονου αγώνα με πολλές αντιξοότητες. Στη συνέχεια παίζοντας τον ομώνυμο ρόλο στον «Καραγκιόζη» του Συναδινού μοιάζει να υλοποιεί το παιδικό του όνειρο και υμνείται από τους κριτικούς που είπαν ότι ήταν ο πιο ολοκληρωμένος ρόλος του με ομολογουμένως πλήρη κατανόηση και δημιουργική γραφή, όρος που προσδιορίζει σαφώς την υποκριτική ευφυΐα του στην επεξεργασία και την απόδοση των ρόλων με το ιδιαίτερο ταλέντο του που συνδέεται με το ακέραιο ήθος του και την πνευματική του καλλιέργεια σε αρμονία με την πολύτιμη θεατρική του εμπειρία σε πολλά διαφορετικά έργα, προνόμιο των ηθοποιών της γενιάς του.

Το 1950-51 ο Φωτόπουλος ήταν ήδη ταιριαστό θεατρικό δίδυμο με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, όταν κάνουν στο Ρεξ στην « Άννα των χιλίων ημερών» με σκηνοθέτη τον Δημήτρη Μυράτ και σε άλλα γαλλικά έργα ασήμαντους ρόλους «αβάδων», καθολικούς κληρικούς. Έπειτα παίζει για πρώτη φορά δίπλα στην Μαρίκα Κοτοπούλη, στην «Καινούργια ζωή», μια κλασική ηθογραφία του Δημήτρη Μπόγρη. Ενώ είναι ήδη παντρεμένος έχοντας αποκτήσει και την πρώτη του κόρη γίνεται θιασάρχης και αργότερα συνθιασάρχης με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, με σημαντικότερα έργα τους «Μικρούς Φαρισαίους» του Δημήτρη Ψαθά, στο θέατρο «Παπαϊωάννου», που μετονομάστηκε σε θέατρο «Μπουρνέλη», καθώς και την επίσης έξυπνη και πετυχημένη κωμωδία «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» όπου κάνει τον κόσμο να γελάει, ενώ έχασε την μητέρα του, το πιο σημαντικό στήριγμα της ζωής του. Σ’αυτό το διάστημα ο ηθοποιός υποστήριξε αταλάντευτα την ελληνική κωμωδία ανεβάζοντας είκοσι έργα των σημαντικότερων Ελλήνων συγγραφέων στο τομέα της ηθογραφικής κωμωδία και λαϊκής σάτιρας των διαφόρων τύπων του μεταπολεμικού νεοέλληνα.

Στο υπόγειο θέατρο με την επωνυμία «Θέατρο Φωτόπουλου», το γνωστό σήμερα «Άλφα», ανεβάζει τον «Δον Καμίλο» με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία αλλά λόγω διαρρύθμισης του χώρου του θεάτρου δεν είχε την ανάλογη προσέλευση θεατών. Ακολούθησε μια μεγάλη περιοδεία με εκατοντάδες παραστάσεις του έργου στην Κύπρο, στην Αίγυπτο και στην Κωνσταντινούπολη, τότε ο Φωτόπουλος παρασημοφορείται από τον Πατριάρχη Αλεξάνδρειας. Στο επόμενο θαρραλέο βήμα της καριέρας του ανεβάζει το έργο «Μπετόβεν και μπουζούκια» σε ιδέα και σκηνοθεσία δική του, μια μουσική ηθογραφία των Σπυρόπουλου-Ασημακόπουλου-Παπαδούκα. Το 1962 σκηνοθετεί επίσης το έργο «Ο Θόδωρος και το δίκαννο» των Τσιφόρου-Βασιλειάδη. Το 1958 εκδίδει το βιβλίο « Είκοσι πέντε χρόνια θέατρο». Το 1967 γράφει και παρουσιάζει στη Θεσσαλονίκη το πρώτο του θεατρικό έργο «Ένα κορίτσι στο παράθυρο», σε μουσική Μάνου Λοϊζου. Από το 1962-82 δίδαξε στη Δραματική σχολή ηθοποιών μεταδίδοντας με ακεραιότητα την έννοια της λέξης «άνθρωπος» και «ηθοποιός». Υπήρξε ακόμα, μέλος του Δ.Σ του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Ελευθέρου Θεάτρου και Πρόεδρος του Δ. Σ Άρματος Θέσπιδος μιας προοδευτικής ομάδας που δεν έτυχε σωστής υποστήριξης από την πολιτεία και διαλύθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών.

Ο Μίμης Φωτόπουλος υπηρέτησε επί πενήντα χρόνια το θέατρο βιώνοντας την άμεση και ουσιαστική επικοινωνία του με τις καρδιές των θεατών, εισπράττοντας ταυτόχρονα την αγάπη τους γι’αυτόν, γεγονός που ορίζει την μαγεία του θεάτρου και παράλληλα είναι αξιόπιστο κριτήριο και δείγμα γνήσιου ταλέντου είτε παίζοντας το 1971 στον «Κατά φαντασίαν ασθενή», του Μολιέρου σε σκηνοθεσία του Γάλλου Πιέρ Πιερού, είτε στους «Όρνιθες», του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία Γιαννόπουλου, κρατώντας τη σοφία ενός γνήσιου μάγκα. Το 1975 γράφει και ανεβάζει, με το θίασο «Αυλαία», το δεύτερο έργο του «Πελοπίδας ο καλός πολίτης», που χαρακτηρίζεται από τους κριτικούς ρομαντικό και ιδεαλιστικό. Το ταξίδι του στο θεατρικό σανίδι τελειώνει με τις επιθεωρήσεις « Το ΠΑΣΟΚ της Χάιδως» και «Του ΠΑΣΟΚ τους το χαβά» των Λάκη Λαζόπουλου- Γιάννη Ξανθούλη (1984) στηρίζοντας και αναδεικνύοντας με την σεμνή παρουσία του τους δύο δημιουργούς στα πρώτα τους σημαντικά βήματα και τραγουδώντας το ρεφραίν από το «Τραμ το τελευταίο» που απεικονίζει νοσταλγικά τον ρομαντικό παλμό μιας ολόκληρης εποχής για την Αθήνα αφού έχει ήδη αρρωστήσει από την καρδιά του.

Το 1986 αφήνει την τελευταία του πνοή. Ο Γιάννης Ξανθούλης το χαρακτήρισε μάγκα οικογενειακού βεληνεκούς και νοικοκύρη Έλληνα που δεν κινδύνευσε κανείς από την γοητεία του. Στη «Θεία του Καρόλου», του Τοπάζ με το θίασο της Κατερίνας, ανέφεραν ότι είχε μέτρο στη χρήση των κωμικών μέσων. Η δημοσιογράφος Μαρία Ρεζάν είπε ότι έκανε τον Έλληνα να αισθανθεί καλύτερος απ’αυτό που τον καταδίκασαν να είναι. Ενώ σύμφωνα με το φιλόλογο και κριτικό θεάτρου Κώστα Γεωργουσόπουλο πέτυχε να στεριώσει πάνω στο κενό που υπήρχε ένα μεσοαστικό πολιτισμό. Ο ίδιος ο Μίμης Φωτόπουλος δήλωνε σε συνέντευξη του στην Έλενα Ακρίτα ότι οι σύγχρονοι ηθοποιοί γίνανε ρομπότ, σχήματα και όχι άνθρωποι στα χέρια των σκηνοθετών. Πίστευε άλλωστε ότι έγινε καλός κωμικός λόγω της παιδική του θλίψης και τις αναμνήσεις των προσφύγων κυνηγώντας με πάθος τις μικρές στιγμές ευτυχίας με τη χάρη, τη δημιουργικότητα και την πρωτοτυπία ενός «Καλού στρατιώτη Σβέικ», ενός ακόμα ποιοτικού ρόλου του στις διαστάσεις του κωμικοτραγικού. Πιστεύω ότι ο Μίμης Φωτόπουλος υπήρξε ένας διαχρονικός μάγκας, ποιητής και δημιουργός με μια προσωπική στάση ζωής μακριά από κυκλώματα και ίντριγκες παλεύοντας με όχημα την τέχνη του για τ’ανθρώπινα δικαιώματα.